| Νέο Μουσείο Ακρόπολης (ιστορικό) |
|
| ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΙ | |||
| Παρασκευή, 19 Ιούνιος 2009 14:06 | |||
Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης ήταν το δεύτερο πολιτιστικό όραμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Μαζί με την ανασκαφή των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας από τον αρχαιολόγο Μάνο Ανδρόνικο αποτέλεσαν την μεγάλη του πολιτιστική κληρονομιά. Αργότερα, η Μελίνα Μερκούρη ονειρεύτηκε πως το μουσείο θα μπορούσε να φιλοξενήσει και τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τα λεγόμενα τότε Ελγίνεια, μια ονομασία που καταργήθηκε όταν το αίτημα της επιστροφής άρχισε να αντιμετωπίζεται θετικά από την διεθνή κοινότητα.
Δύο πανελλήνιοι αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί προκηρύχθηκαν, το 1976 και το 1979, και οι δύο χωρίς αποτέλεσμα. Το 1989 πραγματοποιήθηκε ο τρίτος διαγωνισμός, διεθνής αυτή τη φορά. Ύστερα από αντιδράσεις της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας το υπουργείο πρότεινε στους διαγωνιζόμενους δυο ακόμη εναλλακτικές θέσεις (Κοίλη και Διόνυσος), που όμως κρίθηκαν προβληματικές. Οι συμμετέχοντες στον διαγωνισμό οδηγήθηκαν τελικά στη λύση Μακρυγιάννη. Αν και επελέγη η πρόταση δυο Ιταλών αρχιτεκτόνων, το Συμβούλιο Επικρατείας ακύρωσε τον διαγωνισμό, εντοπίζοντας εξόφθαλμες παρατυπίες.
Το καλοκαίρι του 2000 ξεκίνησε ο διεθνής διαγωνισμός προεπιλογής μελετητών για την εκπόνηση των σχεδίων του Νέου Μουσείου που θα στεγάσει τα αριστουργήματα της Ακρόπολης. Δώδεκα από τα διαγωνιζόμενα γραφεία υπέβαλαν σχέδια και προπλάσματα με βάση τις απαιτήσεις του έργου: -Πρωτοποριακή πρόταση ενσωμάτωσης της τοπικής ανασκαφής στο Μουσείο ώστε να αναδειχθούν τα αρχιτεκτονικά ευρήματα ως ένα μουσειακό έκθεμα. -Χρήση του φυσικού φωτός και δημιουργία της αίσθησης ανοιχτού περιβάλλοντος, αφού τα περισσότερα εκθέματα ήταν στημένα στην αρχαιότητα στο ύπαιθρο. -Επιδίωξη ισόρροπης σχέσης ανάμεσα στην αρχιτεκτονική του μουσείου και των αρχαίων κτηρίων στο βράχο της Ακρόπολης. -Ικανοποιητική ένταξη του Νέου Μουσείου στο άμεσο αλλά και στο ευρύτερο αστικό περιβάλλον. -Παροχή δυνατότητας στον επισκέπτη να βλέπει συγχρόνως τα αρχιτεκτονικά γλυπτά του Παρθενώνα στο Νέο Μουσείο και τον ίδιο τον Παρθενώνα στην Ακρόπολη. Έπειτα από αναλυτική μελέτη, η επιτροπή αξιολόγησης κατέληξε σε ομόφωνη απόφαση για το πρώτο, δεύτερο και τρίτο βραβείο, ενώ αναγνώρισε την πρωτοτυπία άλλων δύο λύσεων και πρότεινε την διάκριση τους με ειδική μνεία. Επικρατέστερη κρίθηκε η πρόταση του Γαλλοελβετού αρχιτέκτονα Μπερνάρ Τσουμί και του ελληνικού γραφείου του Μιχάλη Φωτιάδη. Βάσει του μουσειολογικού προγράμματος, μεγάλο βάρος δίνεται στην εξυπηρέτηση των επισκεπτών, με την διαμόρφωση ειδικών χώρων υποδοχής (φουαγιέ, καταστήματα, εστιατόριο, αμφιθέατρο, αίθουσα περιοδικών εκθέσεων) αλλά και την παροχή πληροφοριών ώστε το κοινό να ενημερώνεται πλήρως για ό, τι έχει σχέση με την Ακρόπολη και τα μνημεία της. Την υλοποίηση του έργου ανέλαβε, εκ μέρους του Δημοσίου, ο Οργανισμός Νέου Μουσείου Ακρόπολης με επικεφαλής των καθηγητή Δημήτρη Παντερμαλή. Το μουσείο κτίστηκε με ένα σημαντικό πλεονέκτημα. Οι αρχιτέκτονες, οι αρχαιολόγοι και όλοι όσοι είχαν εμπλακεί στον σχεδιασμό και στο κτίσιμο του ήξεραν εκ των προτέρων τι ακριβώς επρόκειτο να στεγάσει. Η πιθανότητα να βρεθούν μελλοντικά στην περιοχή νέες σημαντικές αρχαιότητες, αν και υπαρκτή, είναι μάλλον περιορισμένη. Ο συνολικός προϋπολογισμός ανέγερσης ανήλθε στα 130 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 30% έχει καλυφθεί από κοινοτικά κονδύλια. «Ψηφίδες» του Μουσείου -Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης βρίσκεται στην ιστορική περιοχή του Μακρυγιάννη, νοτιανατολικά του ιερού βράχου. Απέχει μόνο 300 μέτρα από την Ακρόπολη και περίπου δύο χιλιόμετρα από το Σύνταγμα. Άμεση πρόσβαση από το σταθμό του μετρό "Ακρόπολη", στην ανατολική παρυφή του χώρου του Μουσείου.
-Πολλοί Έλληνες αλλά και μεγάλος αριθμός Βρετανών πιστεύουν ότι το σύγχρονο μουσείο θα συμβάλλει στην επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα που σήμερα επιδεικνύονται στο Βρετανικό Μουσείο. Η διεκδίκηση της επιστροφής τους αποκτά νέα διάσταση μετά την ανέγερση του Νέου Μουσείου Ακροπόλεως. -Τα απόντα γλυπτά, γνωστά και ως Ελγίνεια, διακοσμούσαν αρχικά τον Παρθενώνα και άλλα κτίσματα της Ακρόπολης και αντιπροσωπεύουν περισσότερα από τα μισά των γλυπτικών διακοσμήσεων της ιστορικής τοποθεσίας. Αφαιρέθηκαν στις αρχές του 19ου αιώνα και η επιστροφή τους υπήρξε σημαντικό θέμα για τις ελληνικές κυβερνήσεις για πολλά χρόνια. -Η κατασκευή άρχισε το Νοέμβριο του 2004. -Το Μουσείο θα έχει περίπου 4.000 εκθέματα. Η συνολική του έκταση είναι 21.000 τμ ενώ διαθέτει εκθεσιακό χώρο 14.000 τμ σε αντίθεση με τα 1.450 τμ του παλαιού μουσείου επάνω στο Βράχο. -Μέχρι τα επίσημα εγκαίνια, τους χώρους που είναι ανοικτοί στο κοινό επισκέπτονται περί τους 600 επισκέπτες ημερησίως.
|